ΟΜΙΛΙΑ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ 2026
Ι. ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΦΑΝΟΥΡΙΟΥ ΓΛΥΦΑΔΟΣ
ὑπό π. Νικηφόρου Νάσσου
«Ἐσφραγίσθη σου τοῖς λόγοις καί τοῖς δόγμασι, καί τοῖς συγγράμμασιν ἡ πίστις τῶν εὐσεβῶν, καί θράσος αἱρέσεως ἔστη Γρηγόριε καί ἀναίρεσις Ὀρθοδοξίας πέπαυται, καί ἰσχύς τῶν κακοδόξων»1 .
Θεοφιλέστατε, σεβαστοί πατέρες, ἀγαπητοί ἀδελφοί,
μετά τήν λαμπροφορία τῆς παρελθούσης Κυριακῆς, πού ὀνομάζεται τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπου ἡ Ἐκκλησία ἑόρτασε γηθοσύνως τά νικητήρια καί διετρανώθη ἀπό τό ὀρθόδοξο πλήρωμα γιά ἀκόμη μιά φορά ἡ βεβαιότητα ὅτι «αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τήν οἰκουμένην ἐστήριξεν», ἐρχόμαστε στήν Β΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, τήν σημερινή ἁγία ἡμέρα καί Ἑορτή. Αὐτή, στή συνείδηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος ἀποτελεῖ συνέχεια τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀφοῦ ἑορτάζει ἕνας μεγάλος πρόμαχος αὐτῆς, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (1296-1359), ὁ ἐπιφανέστερος βυζαντινός Θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας τόν ΙΔ΄ αἰῶνα, ὁποῖος ἐπαναδιατύπωσε ἄριστα, θεωρητικά καί πρακτικά, τήν κοινή ἐμπειρία τῆς Ἀληθείας τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως.

Ἀπό τῆς θέσεως αὐτῆς ἐκφράζω τίς εὐχαριστίες μου πρός τόν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπό μας κ.κ. Καλλίνικο γιά τήν συγκατάθεση του στήν πρόταση τοῦ Θεοφιλεστάτου ἐπισκόπου Ταλαντίου κ. Καλλινίκου νά ἔρθω ἐδῶ στόν μεγαλοπρεπή Ναό σας καί νά πραγματοποιήσω αὐτή τήν Ὁμιλία, μετά τό πέρας τοῦ Κατανυκτικοῦ Ἑσπερινοῦ.

Ἀγαπητοί μου, τό νά ὁμιλήσει κανείς ἀρκούντως γιά τό ὄντως πελώριο πνευματικό καί θεολογικό ἀνάστημα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ πού ὀνομάζεται Γρηγόριος Παλαμᾶς εἶναι μέγας ἆθλος, ἀλλά καί μέγα τόλμημα. Εἶναι πλούσια ἡ βιβλιογραφία περί τοῦ τιμίου προσώπου αὐτοῦ πού ἀποκαλεῖται «κῆρυξ τῆς Χάριτος», «κῆρυξ τοῦ ἀκτίστου φωτός», τοῦ θεωρητικοῦ Διδασκάλου τοῦ Ὀρθοδόξου Ἡσυχασμοῦ, πού εἶνα ὁ τρόπος καί ἡ μέθοδος ἑνώσεως τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό.
Αὐτός ὁ τρισευλογημένος κήρυττε τό φῶς, ἀλλά καί ὡς θεόπτης καί ἐμπειρικός Θεολόγος ἔβλεπε τό φῶς. Ἐνδεικτικά περί τοῦ ὑψηλοτάτου θεολογικοῦ ἀναστήματτος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου καί τή θέση του στή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, θά σημειώσουμε ἐπιγραμματικά τό ἑξῆς.
Κατά τήν πρώτη χριστιανική χιλιετία διέλαμψαν στό πνευματικό στερέωμα τῆς Ἐκκλησίας πολύ μεγάλοι φωστῆρες, μεγάλες μορφές, ἀπό τούς πρώτους κιόλας αἰῶνες (ὅπως λ.χ. τον 3ο αἰῶνα ὁ Μ. Ἀθανάσιος, κατόπιν ἀπό τόν 4ο καί ἐντεῦθεν οἱ Καππαδόκες, ὁ ἱερός Χρυσόστομος κ.ἄ, καί στή συνέχεια τῶν αἰώνων ἄλλοι Πατέρες, ὅπως εἶναι ὁ Κύριλλος Ἀλεξανδρείας (5ο αἰ.), Μάξιμος Ὁμολογητής (7ος αἰ), Ἰωάννης Δαμασκηνός (8ος), Μ. Φώτιος (9ος). Ἐνῶ, ὅμως, κατά τήν πρώτη χιλιετία πολλοί Ἅγιοι Πατέρες καί Διδάσκαλοι συναμιλλῶνται, θά λέγαμε, γιά τά πρωτεῖα, στή δεύτερη χιλιετία προβάλλει καί ξεχωρίζει ἕνας μεταξύ τῶν πολλῶν. Αὐτός εἶναι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ Ἁγιορείτης καί θεωρητικός Διδάσκαλος τῆς ἡσυχίας καί μεγάλος δογματικός Πατήρ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἰσοστάσιος ὅλων τῶν προηγουμένων τῆς πρώτης χιλιετίας, Πατέρων και Διδασκάλων.
Δέν θά ἀναφερθοῦμε στά βιογραφικά στοιχεῖα τοῦ μεγάλου Ἁγίου καί κορυφαίου Θεολόγου. Λίαν ἐπιγραμματικά: Υἱός εὐλαβῶν γονέων πού ἔγιναν κατόπιν μοναχοί. Σοφός κατά κόσμον καί κατά Θεόν. Ἀσκητής, Ἁγιορείτης, κατόπιν ἱερεύς, ἔπειτα Ἀρχιερεύς καί Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Σίγουρα, πάντως, Ἅγιος, μέτοχος τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Σύμφωνα μέ τόν βιογράφο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, ἅγιο Φιλόθεο τον Κόκκινο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, «οἱ καρποί τοῦ Πνεύματος ἐν αὐτῷ βρύοντες ἦσαν», ἀνέβλυζαν ἀπό αὐτόν πλουσίως τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Θά προσπαθήσουμε στή συνέχεια νά παρουσιάσουμε μέσα ἀπό τήν ζωή καί τή διδαχή τοῦ ἁγίου Γρηγορίου κάποια στοιχεῖα θεολογικά καί πνευματικά, ὥστε νά διδαχθοῦμε καί νά ἀντλήσουμε χρήσιμα συμεράσματα γιά τήν ἐν Χριστῷ ζωή μας στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας.
Μέσα ἀπό τόν ἀνεξάντλητο πλοῦτο τῆς θεολογίας καί τῶν κειμένων τοῦ ἁγίου, τρία ζητήματα θά ἀναπτυχθοῦν ἐδῶ μέ κάθε δυνατή συντομία, πρός κοινή ψυχική ὠφέλεια.
Πρῶτο ζήτημα, ἡ περί τῆς «θεοποιοῦ μεθέξεως» διδασκαλία, δηλαδή περί τῆς δυνατότητος τοῦ κτιστοῦ νά μετέχει στό ἄκτιστο, ὅπως ἐπίσης καί περί τοῦ ἀκτίστου φωτός. Θά τά ἐκθέσουμε μέ ὅσο ἁπλή διατύπωση γίνεται, ὥστε νά εἶναι ἀπό ὅλους κατανοητά.
Ὁ Τριαδικός Θεός μας εἶναι ἄκτιστος, ἄναρχος, ἀδημιούργητος, προαιώνιος. Ἔχει οὐσία, ἀλλά ἔχει και ἐνέργεια. Ὅπως ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστη, ἔτσι καί ἡ ἐνέργειά Του εἶναι ἄκτιστη. Ἀντίθετα, ἐμεῖς ἔχουμε κτιστή οὐσία καί κτιστή ἐνέργεια. Ὁ Θεός μας, σύμφωνα μέ τήν Πατερική Θεολογία, εἶναι ταυτόχρονα ἀκατάληπτος, ἀλλά καί καταληπτός, ἄγνωστος καί γνωστός, ἀμέθεκτος καί μεθεκτός. Εἶναι ἄγνωστος ὁ Θεός καί ἀκατάληπτος ὡς πρός τήν οὐσία Του, ἀφοῦ κανείς δέν εἶδε, οὔτε πρόκειται νά δεῖ ποτέ τήν θεία φύση. Εἶναι ὅμως γνωστός καί καταληπτός καί μεθεκτός ὡς πρός τήν ἐνέργειά του. Ἀπό αὐτή τήν θεία, ἄκτιστη ἐνέργεια γνωρίζουμε τόν Θεό, ὅσο μποροῦμε νά τόν γνωρίσουμε. Ὁ Μ. Βασίλειος εἶχε μιλήσει πρῶτος για το ἀπρόσιτον τῆς οὐσίας καί τό προσιτόν καί καταληπτόν τῆς Ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, ὡς ἑξῆς:
«Ἡμεῖς δέ ἐκ μέν τῶν ἐνεργειῶν γνωρίζειν λέγομεν τόν Θεόν ἡμῶν, τῇ δέ οὐσίᾳ αὐτοῦ προσεγγίζειν οὐχ ὑπισχνούμεθα. Αἱ μέν γάρ ἐνέργειαι αὐτοῦ πρός ἡμᾶς καταβαίνουσιν, ἡ δέ οὐσία αὐτοῦ μένει ἀπρόσιτος»2 .
Ἡ θεία, οὐσιώδης ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ αὐτή διά τῆς ὁποίας ὁ Θεός δημιουργεῖ, συντηρεῖ, προνοεῖ γιά τόν κόσμο, καί δι᾿ αὐτῆς ἀποκαλύπτεται καί κοινωνεῖ μέ αὐτόν. Αὐτή ἡ ἄκτιστη καί ἄναρχη ἐνέργεια, μετέχεται ἀπό τά κτίσματα, ἀγγέλους καί ἀνθρώπους. Θεολογικότερα ἄν ἐκφρασθοῦμε, θά ποῦμε ὅτι μετέχουμε τῶν ἰδιοτήτων τῆς θείας Ἐνεργείας. (Ὅπως ὁ σίδηρος, κατά τό παράδειγμα τῶν ἁγίων Πατέρων. Ὁ πυρακτωμένος σίδηρος μετέχει τῶν ἰδιοτήτων τῆς φωτιᾶς). Αὐτή ἡ Ἐνέργεια καί Χάρη σώζει καί θεώνει τόν ἄνθρωπο, καί γι᾿ αὐτό λέγεται «θεοποιός ἐνέργεια», ὅπως ὑπάρχει καί ἡ ζωοποιός, ἡ οὐσιοποιός καί ἡ σοφοποιός ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ («οὐσιώσεις, ζωώσεις, σοφοποιήσεις»3) . Κατά τοῦτο, μία εἶναι ἡ θεία ἐνέργεια, ἀλλά λαμβάνει διάφορα ὀνόματα ἀνάλογα μέ τά ἀποτελέσματά της.
Εἶναι πολύ σημαντική γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, που εἶναι «κοινωνία θεώσεως» σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ4 , ἡ διάκριση οὐσίας καί ἐνεργείας στόν Θεό καί ἡ Διδασκαλία γιά τή μετοχή τοῦ ἀνθρώπου στην ἄκτιστη Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Χωρίς αὐτήν τή διάκριση καί Διδασκαλία, ὅπως εἶπε ἕνας σύγχρονος Θεολόγος (ὁ καθηγητής Γ. Μαντζαρίδης) ἡ Ἐκκλησία παρομοιάζεται μέ ἀεροδρόμιο, πού διαθέτει ἄρτιες ἐγκαταστάσεις καί ὑπηρεσίες, ἀλλά δέν ἔχει διάδρομο προσγειώσεως!
Αὐτό, λοιπόν, τό γεγονός τῆς μετοχῆς τοῦ ἀνθρώπου στήν θεία ἐνέργεια ἦρθε νά ἀμφισβητήσει ὁ ἐκ Καλαβρίας Βαρλαάμ μοναχός, ὁ ὁποῖος εἶχε μεγάλη θεολογική ἀντιπαράθεση μέ τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ. Πρόκειται ούσιαστικά γιά σύγκρουση δύο κόσμων, δύο θεολογιῶν, δύο παραδόσεων, τῆς ὀρθοδόξου ἐμπειρικῆς καί τῆς δυτικῆς σχολαστικῆς. Ὁ Βαρλαάμ ἔχοντας τίς φιλοσοφικές ἐπιδράσεις τῆς δυτικῆς θεολογίας κήρυττε ἕναν ἀμέθεκτο Θεό. Κήρυττε (ἄς χρησιοποιήσουμε τό παράδειγμα), ἕναν ἥλιο, πού κρατάει τό φῶς γιά τόν ἑαυτό του καί δέν τό παρέχει στόν κόσμο. Ὅμως, ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, ὁ Θεός μας ὅπως τόν πιστεύουμε καί τόν λατρεύουμε οἱ Ὀρθόδοξοι, εἶναι ἕνας Ἥλιος πού «ἐξαποστέλλει» τό φῶς του καί φωτίζει καί θερμαίνει καί ζωοποιεῖ. Ποιό εἶναι τό φῶς τοῦ Ἡλίου αὐτοῦ; Ἠ θεία, ἄκτιση Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, αὐτό πού ὀνομάζουμε φῶς, χάρη, πρόνοια κ.λπ.
Ἔχοντας ὑπόψη του ὁ θεοφόρος Παλαμᾶς αὐτήν τήν πραγματικότητα, ὅτι δηλαδή ὁ Θεός εἶναι μεθεκτός ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀπευθύνεται στον ὀρθολογιστή Βαρλαάμ καί τοῦ λέγει:
«Ἄν σύ ἀνέλοις τό μεταξύ τοῦ ἀμεθέκτου καί τῶν μετεχόντων, ὤ τῆς ζημίας! Διέστησας ἡμᾶς τοῦ Θεοῦ»5 ! Γκρεμίζεις, τοῦ λέγει, τή «γέφυρα» προσβάσεως στόν Θεό. Μᾶς χωρίζεις ἀπό τόν Θεό, καταστρέφοντας τό «συνδοῦν», τόν σύνδεσμο μαζί Του.
Ἔτσι, ὁ ἅγιος Γρηγόριος μέ τούς λόγους καί τήν ὅλη θεολογική του δραστηριότητα, ἀγωνίστηκε γιά τή διασφάλιση τῆς σωτηρίας ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅπως θά ἀναφέρουμε καί στόν Ἐπίλογο. Διότι πῶς μπορεῖ νά σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἄν δέν μετέχει στή Χάρη τοῦ Θεοῦ; Μέ δικές του δυνάμεις; Ἀποκλείεται! Ἡ θεία Χάρις καί Ἐνέργεια εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θεώνει τούς Ἁγίους, καί ὄχι κάποια κτιστή ἐνέργεια, ἀφοῦ ἡ θέωση εἶναι «ἑτέρου γένους»6 . Οἱ «καθαροί τῇ καρδίᾳ», σύμφωνα μέ τά Εὐαγγελικά λόγια, βλέπουν τόν Θεό, μετέχουν τῆς ἀκτίστου Χάριτος και Ἐνεργείας Του. Νά σημειώσουμε βεβαίως, ὅτι ἡ ὁλοκλήρωση τῆς δυνατῆς στον ἄνθρωπο θέας τοῦ Θεοῦ θα γίνει στόν μέλλοντα αἰῶνα, ἀφοῦ τώρα ὑπάρχει μερική μόνο θέα, «ἐν ἐσόπτρῳ καί ἐν αἰνίγματι». Πάντως ὑπάρχει θέα καί μετοχή στόν Θεό ἀπό ἐδῶ «ἀπ᾿ ἐντεῦθεν ἤδη», ὅπως σημειώνει ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος.
Σχετικά, τώρα, μέ τή φύση τοῦ φωτός, τό ὁποῖο βλέπουν οἱ κεκαθαρμένοι, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τόνισε ὅτι αὐτό εἶναι ἄκτιστο. Αὐτό το φῶς το ὁποῖο ἐξήστραψε ἀπό τόν Κύριο ἐπάνω στό ὄρος Θαβώρ κατά τήν φρικτή Μεταμόρφωσή Του, δέν ἀποτελοῦσε ἀόριστη, ἤ ἀπρόσωπη δύναμη, ἀλλά συγκεκριμένη προσωπική ἐνέργεια τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Οἱ μαθητές τοῦ Κυρίου τότε, προκειμένου νά δοῦν τό Θαβώριο φῶς μετασκευάσθησαν ἐπί τό πνευματικότερο, ὅπως γράφει ὁ θεόπτης καί φωτοφόρος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς.
Δέν ἦταν, λέγει, αἰσθητό τό φῶς, οὔτε οἱ μαθητές τό εἶδαν μέ αἰσθητούς ὀφθαλμούς, ἀλλά μέ ὀφθλμούς μετασκευασμένους ἀπό τή Χάρη τοῦ Ἀγίου Πνεύματος. «Ἐνηλλάγησαν οὖν καί οὕτω τήν ἐναλλαγήν εἶδον»7 . Αὐτό τό φῶς, ὡς θεία, ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ βλἐπουν καί οἱ ἡσυχαστές, κατά τίς μυστικές τους ἐμπειρίες. Αὐτό τό φῶς πρόκειται νά δοῦν οἱ ἅγιοι στόν μέλλοντα αἰῶνα «ἐκτυπώτερον». Πρέπει νά τονισθεῖ ὅτι ἡ συζήτηση γιά τό φῶς, ἄν εἶναι ἄκτιστο ἤ κτιστό δέν εἶναι καθόλου μία διανοητική, θεωρητική ἐνασχόληση, ἀλλά «συνδέεται μέ τό αἴτημα τῆς θεώσεως καί τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, τῆς πραγματικῆς κοινωνίας καί μετοχῆς τοῦ Θεοῦ, ἄρα ἔχει σωτηριολογικές ἐπιπτώσεις»8 .
Αὐτό τό φῶς θεωροῦσε κτιστόν, φάσμα καί σύμβολο, «γινόμενον καί ἀπογινόμενον» ὁ ὀρθολογιστής Βαρλαάμ ὁ Καλαβρός. Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ὅμως, διά τοῦ καθαρωτάτου δοχείου της, τοῦ κήρυκος, ἀλλά καί τοῦ μετόχου τοῦ φωτός, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, διετράνωσε τήν ἀλήθεα τῶν πραγμάτων καί ὅπως εἶναι γνωστό, ἡ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου ἔτυχε συνοδικῆς κατοχυρώσεως ἀπό τίς λεγόμενες Ἡσυχαστικές Συνόδους τοῦ 14ου αἰῶνος. Δικαίως, λοιπόν, ὁ ὑμνωδός ἀπυθύνεται προς τον ἅγιο Γρηγόριο (στούς Κανόνες τῆς ἑορτῆς) καί λέγει (ΣΤ΄ Ὠδή):
«Ἐρράγη μάταιον φρύαγμα καί γλῶσσα Βαρλαάμ τοῦ παράφρονος, λόγοις καί δόγμασι, καί διανοίας ὀξύτητι τοῦ σοφοῦ Βασιλέως καί σοῦ Γρηγόριε».
Τό δεύτερο ζήτημα στό ὁποῖο θά ἀναφερθοῦμε εἶναι ὁλίγα περί τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ σχετικά μέ τήν προσευχή, εἰδικότερα μέ τή λεγομένη «νοερά προσευχή». Ὁ ἐκ Δύσεως πολέμιος τοῦ ὀρθοδόξου Ἡσυχασμοῦ, Βαρλαάμ περιέπεζε τούς Ἁγιορείτες μοναχούς, οἱ ὁποίοι χρησιμοποιοῦσαν μία ψυχοσωματική μέθοδο, προκειμένου νά συγκεντρώσουν τό νοῦ μέσα στήν καρδιά κατά τήν ἄσκηση τῆς εὐχῆς: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με». Ἡ σωματική μέθοδος τῆς προσευχῆς, σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Γρηγόριο τον Παλαμᾶ, κατοχυρώνεται δογματικῶς ἀπό την Χριστολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας. Κατ᾿ αὐτήν, το σῶμα ὄχι μόνο δεν εἶναι κακό (ὅπως φρονοῦσαν οἱ Φιλόσοφοι), ἀλλά γίνεται και δεκτικό τῆς Χάριτος, ἡ ὁποία «διαπορθμεύεται», ὅπως λέγει ἀκριβῶς ὁ Παλαμᾶς, περνάει δηλαδή και στο σῶμα.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος συνέγραψε πλῆθος κειμένων περί τῆς προσευχῆς, ἀλλά και τοῦ ἀκτίστου χαρακτῆρος τοῦ φωτός, πού ἀξιώνονταν νά δοῦν οἱ ἡσυχαστές μοναχοί πού ἀσκοῦν τή νοερά προσευχή. Ὁ σχολαστικός Βαρλαάμ, ὡς ἑπόμενος καί ἐκφραστής τῆς δυτικῆς θεολογίας, ταύτιζε οὐσία καί ἐνέργεια στον Θεό, ἀποκλείοντας τή θέα τοῦ φωτός, πού λαμβάνει χώρα στόν κεκαθαρμένο καί ἀδιαλείπτως προσευχόμενο πιστό. Και ὡς ἐκ τούτου, ἐνέπαιζε τούς ἀσκητές που ἀσκοῦσαν την ψυχοτεχνική μέθοδο στην προσευχή και τούς ἀποκαλοῦσε «ὀμφαλοσκόπους».
Στόν λεγόμενο «Ἁγιορείτικο τόμο», ἔργο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, ἕνα κείμενο τό ὁποῖο προσυπέγραψαν ἡγούμενοι καί μοναχοί τοῦ ἁγίου Ὄρους καί ὁ ἐπίσκοπος Ἱερισσοῦ Ἰάκωβος,, παρουσιάζεται ὅλος ὁ πλοῦτος τῆς ὀρθοδόξου Θεολογίας καί πνευματικότητος. Ὁ συγγράψας πρῶτα «ἔπαθε τά θεῖα», κατά τήν πατερική ρήση καί ἔπειτα τά ἔμαθε καί κατόπιν παρέθεσε στήν Ἐκκλησία τήν γνήσια ἔμπειρία του. Γι᾿ αὐτό και ὁ ἴδιος κάποια στγμή εἶπε: «Ταῦτα ἐκ τῶν Πατέρων ἐμάθομεν, ταῦτα ἐκ τῆς μικρᾶς ἡμῶν πεῖρας ἔγνωμεν». Πρόκειτα, λοιπόν, γιά ἕναν ἐμπειρικό Διδάσκαλο τῆς πνευματικῆς ζωῆς, γιά ἕναν πολυχεύμωνα ποταμό, ὁ ὁποῖος ἀρδεύει πλουσίως διαχρονικά τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
Θά μείνουμε ὅμως σέ δύο σημαντικά περί τήν προσευχή γεγονότα, ὅπως τα βλέπουμε στο βίο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου. Τό πρῶτο εἶναι ὅτι ἐνῶ ὡς θεωρητικός διδάσκαλος καί γνήσιος ἐργάτης τῆς νοερᾶς προσευχῆς, την δίδασκε, ὁ ἴδιος τήν ἐφήρμοζε μέ μία παραλλαγή τῶν λόγων τῆς προσευχῆς. Ἔτσι, ἀντί γιά «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με», ἔλεγε «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, φὠτισόν μου τό σκότος». Τί ἀποδεκνύει τοῦτο; Τί ἄλλο, παρά τήν βαθυτάτη καί ἐκπληκτική ταπείνωση αὐτοῦ τοῦ μεγάλου Ἁγίου καί Διδασκάλου; Ἐρωτῶ, ἀγαπητοί μου τήν ἀγάπη ὅλων σας: Ἄν αὐτός ὁ μέγας, ὁ πάμφωτος, ὁ καθηγητής τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί κήρυκας τοῦ φωτός, ἀλλά καί μέτοχος αὐτοῦ, θεωροῦσε τόν ἑαυτό του ἐσκοτισμένο καί ἐκζητοῦσε βαθυστενάτως τόν φωτισμό τοῦ Θεοῦ, φωνάζοντας μέρα και νύχτα «φώτισόν μου τό σκότος», «φώτισόν μου τό σκότος», τότε τί πρέπει νά ποῦμε ἐμεῖς; Οἱ Ἅγιοι εἶχαν ταπείνωση. (Παράδειγμα Μ. Βασιλείου, πού γράφει στήν Εὐχή τῆς Ἀναφορᾶς του: «οὐ γάρ ἐποιήσαμεν τι ἀγαθόν ἐπί τῆς γῆς»).
Τό δεύτερο ἔχει νά κάνει με ἕνα περιστατικό σχετικά πάλι μέ τήν προσευχή. Ὁ Ἅγιος δίδασκε ὅτι ἡ νοερά προσευχή δέν εἶναι ἀποκλειστικό δικαίωμα καί κατόρθωμα τῶν μοναχῶν και τῶν ἀσκητῶν μόνο. Μποροῦν καί οἱ ἐν τῷ κόσμῳ Χριστιανοί πρέπει νά καταγίνονται μέ τή νοερά προσευχή, τή λεγομένη «μονολόγιστη εὐχή», νά ἀγωνίζονται ὅσο μποροῦν καί νά τήν ἀσκοῦν μέ ταπείνωση καί ἀγάπη Θεοῦ. Ὑπῆρχε ὅμως ἕνας εὐλαβέστατος μοναχός, ὀνόματι Ἰώβ, συνασκητής ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος δέν συμφωνοῦσε μέ αὐτή τή θέση τοῦ Γρηγορίου καί ἐπέμενε μάλιστα καί μετά ἀπό τόν διάλογο πού εἶχε μέ αὐτόν, ὅτι ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή εἶναι μόνο γιά τούς μοναχούς.
Καί ὅμως! Ὁ Θεός οὐρανόθεν ἐπιβεβαίωσε τό ὀρθόν τῆς διδασκαλίας τοῦ γνησίου θεράποντός του, Γρηγορίου, ἀφοῦ ὁ μοναχός Ἰώβ, ἐπιστρέφοντας στό ἀσκητικό κελλίο του δέχθηκε ἐπίσκεψη ἁγίου Ἀγγέλου, ὁ ὁποῖος τοῦ συνέστησε νά ἀκολουθεῖ σε ὅλα τήν ἀπλανή διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, τοῦ ὄντος ἀπλανοῦς φωστῆρος τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτά διηγεῖται ὁ ἅγιος Φιλόθεος ὁ Κόκκινος, Πατριάρχης Κωσταντινουπόλεως, μαθητής καί Βιογράφος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ9 .
Τό τρίτο καί τελευταῖο ζήτημα εἶναι οἱ διάλογοι τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ μέ τό Ἰσλάμ, κατά τή διάρκεια τῆς αἰχμαλωσίας του ἀπό τούς Τούρκους. Ὅταν ὁ ἱερός Γρηγόριος ἐχειροτονήθη ἐπίσκοπος το 1347, ἐπί τρία ἔτη μέχρι τό 1350 δέν μπόρεσε νά ἐνθρονισθεῖ στήν Θεσσαλονίκη, λόγῳ πολιτικῶν διαταραχῶν. Τό τριετές αὐτό διάστημα τό διεξῆλθε στό Ἅγιον Ὄρος καί στή Λῆμνο. Ὅμως, καί μετά τήν ἐνθρόνισή του, οἱ διενέξεις τῶν δύο αὐτοκρατορικῶν οἰκογενειῶν, τῶν Παλαιολόγων και τῶν Κατακουζηνῶν συνεχίσθηκαν. Ὁ Ἅγιος, σέ κάποια μεσολαβητική, εἰρηνευτική του ἀποστολή στήν Κωνσταντινούπολη τό Μαΐο τοῦ 1354, τό πλοῖο πού τόν μετέφερε ἀπό τή Νῆσο Τένεδο, λόγῳ θαλασσοταραχῆς ἀναγκάστηκε νά προσεγγίσει τίς ἀκτἐς τῆς τῆς Καλλίπολης, ὅπου εἶχαν διαπεραιωθεῖ οἱ Τούρκοι, ἐκμεταλευόμενοι τόν πανικό λόγῳ ἑνός σεισμοῦ, πού εἶχε ἐπισυμβεῖ ἐκεῖνες τίς ἡμέρες. Ἐκεῖ λοιπόν ὅταν βρέθηκε ὁ Ἅγιος Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Θεσσαλονίκης συνελήφθη αὐτός και ἡ συνοδεία του ἀπό τούς Τούρκους. Εἶναι γεγονός, μαρτυρούμενο μέσα ἀπό τίς διηγήσεις τοῦ ἰδίου ἱεροῦ Πατρός, ὅτι ἦταν πολύ μεγάλη τότε ἡ περιπέτεια του καί τά δεινά πού ὑπέστη, μεταφερόμενος ἀπό τόπο σέ τόπο, ἀπό τη Λάμψακο στήν πόλη πού ὀνομάζεται Πηγές, και ἀπό ἐκεῖ στην Προύσα καί κατόπιν στή Νικομήδεια. Θά μακρύνει πολύ ὁ λόγος ἄν προσπαθήσουμε νά παρουσιάσουμε τή δεινή δοκιμασία τοῦ Ἁγίου Ἱεράρχου. Μπορεῖ κάποιος νά πληροφορηθεῖ σχετικά μέσα ἀπό τίς λίαν ἀξιόλογες ἐπιστολές του «Εἰς τήν ἑαυτοῦ Ἐκκλησίαν»10 .
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος θεωροῦσε ὅτι ἦταν ἔργο τῆς θείας Προνοίας νά βρεθεῖ ἐκεῖ καί νά διατρανώσει τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου στούς «πάντων βαρβάρων βαρβαρωτάτους» ὅπως τούς ὀνόμασε, ὥστε αὐτοί μέν νά καταστοῦν ἀναπολόγητοι, ἀλλά καί οἱ ἐκεῖ εὐρισκόμενοι Χριστιανοί νά ἐνισχυθοῦν στήν πίστη. Εἶναι δέ ἐκπληκτικό καί δηλωτικό τῆς μεγάλης ταπεινώσεως πού διέθετε ὁ ἅγιος Γρηγόριος αὐτό πού λέγει, ὅτι ἕνας ἀκόμη λόγος ἕνεκα τοῦ ὁποίου παραδόθηκε σ᾿ αὐτούς ἦταν οἰκονομία Θεοῦ γιά μικρή ἔκτιση (δηλαδή ὡς ἕνα κανόνα, ὅπως λέγουμε) ἕνεκα τῶν πολλῶν του, ὅπως γράφει, ἁμαρτιῶν. Τό κείμενο ἐν προκειμένῳ εἶναι θαυμάσιο:
«Δοκεῖ γάρ μοι διά τῆς οἰκονομίας ταύτης φανεροῦσθαι τά τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἐπί πάντων Θεοῦ, καί αὐτοῖς τοῖς πάντων βαρβάρων βαρβαρωτάτοις, ὡς ἀναπολόγητοι ὦσιν ἐπί τοῦ μέλλοντος αὐτοῦ φρικωδεστάτου βήματος, ἐγγύς ὄντως ἤδη, δι᾿ ἥν οἰκονομίαν, ὡς ἀπό τῶν ἐκβάντων ἔστι συνορᾶν, καί ἡμεῖς παρεδόθημεν ταῖς τούτων χερσίν, ἅμα πρός μικράν ἔκτισιν τῶν πολλῶν εἰς Θεόν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων»11 . Αὐτή εἶναι ἡ ταπείνωση τῶν Ἁγίων.
Στή συνέχεια θά ἀναφερθοῦμε ἐν συνόπτῳ στούς διαλόγους τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ μέ τούς Μουσουλμάνους, κατά τό χρονικό διάστημα τῆς αἰχμαλωσίας σ᾿ αὐτούς. Τό ὁμολογιακό φρόνημα τοῦ μεγάλου Ἁγίου Πατρός διετρανώθη ἀπό τήν ἁγιοπατερική παρρησία του καί τήν τόλμη μέ τήν ὁποία διεξήγαγε τούς διαλόγους αὐτούς. Ἐννοεῖται πώς ὁ ἅγιος Γρηγόριος δέν διενοήθη ποτέ, οὔτε ἐπεδίωξε νά διαλεχθεῖ μέ τούς Μουσουλμάνους, ὅπως πράττουν κάποιοι σήμερα στό πλαίσιο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, λέγοντας μάλιστα στούς ἐτεροδόξους καί ἑτεροθρήσκους ὅτι εἶναι «καλά καί αὐτοί ἐκεῖ που βρίσκονται», δηλαδή στήν πλάνη καί την άπώλεια!
Οἱ συνθῆκες ἀνάγκασαν τόν ἅγιο Γρηγόριο νά συνομιλήσει μέ τούς Μουσουλμάνους, ἀφοῦ βρέθηκε ἐκεῖ ἄκων, κατά τήν αἰχμαλωσία του. Καί ὅμως! Δέν ἔδειξε τόν παραμικρό δισταγμό καί φόβο στό νά ὑπερασπισθεῖ τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, παρά τόν προφανέστατο κίνδυνο νά χάσει τή ζωή του ἄν ἐκφραζόταν, ὅπως και ἔκανε, προσβλητικά γιά τόν ψευδοπροφήτη τους καί τήν ψευδοθρησκεία τους! Κανένας συμβιβασμός, καμμία διπλωματία, καμμία ὑποχώρηση στά τῆς πίστεως, καμμία σχετικοποίηση τῆς ἀποκεκαλυμμένης ἀληθείας!
Καί ὅπως πολύ εὔστοχα ἔχει γραφεῖ, «προοδοποιεῖ ἐδῶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος τό ἔργο τῶν μεγάλων Ἁγίων τῆς Τουρκοκρατίας, τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ καί τῶν Κολλυβάδων, διαγράφει τήν ὁδό τῆς ὁμολογίας καί τῆς παρρησίας στούς ἀναγκαστικούς διαλόγους μέ τούς κατακτητάς, στούς ἀληθινούς διαθρησκειακούς διαλόγους, οἱ ὁποῖοι ἐγέννησαν στή συνέχεια τό πλῆθος τῶν Νεομαρτύρων»12 .
Κατά τόν πρῶτο, λοιπόν, διάλογο, πού διεξήχθη στήν Προύσα, τόν ρώτησε ὁ Ἰσμαήλ, ὁ υἱός τοῦ μεγάλου ἀμηρᾶ, ἐάν ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί δεχόμαστε καί ἀγαποῦμε τόν προφήτη τους τόν Μωάμεθ. Ἡ ἀπάντηση τοῦ Ἁγίου ταχύτατη καί ξεκάθαρη: «Οὔτε τόν δεχόμαστε, οὔτε τόν ἀγαποῦμε»!
Ὅταν ὁ ἀμηράς ζήτησε τόν λόγο μιᾶς τέτοιας κατηγορηματικῆς ἀπορρίψεως, τότε ὁ ἅγιος Γρηγόριος εἶπε ἀκριβῶς: «Ὅποιος δέν πιστεύει στούς λόγους τοῦ διδασκάλου, δέν μπορεῖ νά ἀγαπᾶ τόν διδάσκαλο ὡς διδάσκαλο». Ἡ πεπαρρησιασμένη ἀπόκριση τοῦ Ἁγίου δέν ἄφησε περιθώρια ἀνταπαντἠσεως ἐκ μέρους τῶν ἀθέων Ἀγαρηνῶν. Ὁλίγα ἀκόμη εἶπαν καί ὁ διάλογος ἔληξε.
Ὁ δεύτερος διάλογος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου μέ τούς Μουσουλμάνους διεξήχθη στήν Νικομήδεια, ὅπου τόν ὁδήγησαν. Ὁ ἀμηράς Ὀρχάν κάλεσε τούς δικούς του λογίους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν οἱ λεγόμενοι Χιόνες, ἐξισλαμισθέντες Χριστιανοί. Αὐτοί οἱ Χιόνες, γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος εἶχαν δάσκαλο τόν ἴδιο τόν διάβολο καί ἀπό αὐτόν ἔμαθαν νά βλασφημοῦν καί νά ἀσεβοῦν στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ13 . Κάποιος ἰατρός, ὀνόματι Ταρωνείτης διέσωσε πρακτικά ἀπό τόν διάλογο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου με τούς «ἀθέους Χιόνας», ὅπως τούς ἀποκαλεῖ.
Ὁ ἅγιος Ἱεράρχης, στό πλαίσιο τοῦ διαλόγου αὐτοῦ παρουσίασε μέ ἐνάργεια τά ζητήματα τῆς Χριστιανικῆς πίστεως, δόγματα, ἀλήθειες κ.λπ., ὑπογραμμίζοντας τίς διαφορές μας μέ τό Ἰσλάμ, ἤτοι, τήν διδασκαλία περί τῆς Ἀγίας Τριάδος (Τριαδολογικό δόγμα), καί τήν περί τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Χριστολογία καί Πνευματολογία), ἀπαντῶντας σέ ἐρωτήσεις τῶν Μουσουλμάνων. Κάποιος ἐκ τῶν παρισταμένων ἀξιωματούχων ἔκανε λόγο γιά ἔλλειψη ἀμοιβαιότητος καί ἀλληλοκατανοήσεως ἐκ μέρους τῶν Χριστιανῶν, διότι, ὅπως εἶπε, ἐνῶ οἱ Μουσουλμᾶνοι δέχονται τόν Χριστό καί τόν τιμοῦν, ὅπως καί τήν Μητέρα του, δέν συμβαίνει τό ἴδιο καί μέ τούς Χριστιανούς, οἱ ὁποίοι ἀπαξιώνουν τόν Μωάμεθ.
Ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς καί πάλι ἀπαντᾶ θεοφώτιστα, ὁμολογιακά, ξεκάθαρα. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός μᾶς δίδαξε ὅτι θά ἔλθει νά κρίνει τόν κόσμο κατά τήν Δευτέρα ἔνδοξο παρουσία Του. Καί μᾶς εἶπε νά μήν δεχθοῦμε κανέναν ἄλλον πρίν τήν δική Του παρουσία. Ἐκ τῶν ἀνωτέρω συνάγεται, ὅτι ὁ Μωάμεθ ὑπῆρξε αὐτόκλητος καί ἀπόστολος τοῦ ἑαυτοῦ του καί ὄχι τοῦ Θεοῦ καί ἑπομένως, λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος, ὅπως διδάσκει ὁ Παῦλος στούς Γαλάτες, «κἄν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίσηται ὑμῖν παρ᾿ ὅ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω»14 . Πῶς, λοιπόν, θά δεχθοῦμε οἱ Χριστιανοί τόν ἀλλότριο Μωάμεθ;
Καί σέ ἄλλα ἐρωτήματα τῶν Μουσουλμάνων, ὅπως λ.χ. γιατί δέν περιτέμνονται οἱ Χριστιανοί, γιατί τιμοῦν τίς εἰκόνες ἐνῶ ἡ Ἁγία Γραφή τό ἀπαγορεύει κ.λπ. ὁ Γρηγόριος ἀπάντησε πεφωτισμένα καί μέ ἀδιάσειστη ἐπιχειρηματολογία. Καί στό τέλος τοῦ διαλόγου φάνηκε ἡ κακία τῶν ἠτημένων Μουσουλμάνων, διότι ἐνῶ οἱ παριστάμενοι ἄρχοντες χαιρέτισαν μέ σεβασμό τόν ἅγιο Ἀρχιεπίσκοπο τῆς Θεσσαλονίκης, ἕνας ἀπό τούς Μουσουλμάνους Χιόνες ὅρμησε κατά τοῦ Ἁγίου καί τόν ὕβρισε καί τόν ράπισε. Ἄραγε, οἱ σημερινοί διαλεγόμενοι μέ τό Ἰσλάμ στούς οἰκουμενιστικούς διαθρησκειακούς διαλόγους, πότε ὑβρίσθηκαν καί κακοποιληθηκαν ἀπό τούς ἀθέους Μουσουλμάνους; Ἀλλά πῶς νά κακοποιηθοῦν, ἀφοῦ κορυφαῖοι Οἰκουμενιστές πατριάρχες μοίραζαν πρό ἐτῶν τό Κοράνιο σέ ἀνθρώπους; Αὐτό εὐαρεστεῖ τούς ὁπαδούς τοῦ Ἰσλάμ.
Τέλος, ὁ τρίτος καί τελευταῖος διάλογος τοῦ αἰχμαλώτου ἁγίου Ἱεράρχου, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ διεξήχθη στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας, τήν πόλη τῶν δύο Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Α΄ και Ζ΄ . Στή Νίκαια μετέφεραν τόν Γρηγόριο ἀπό τή Νικομήδεια. Ἐκεῖ ἐγκαταστάθηκε σέ μία ἱερά μονή, τοῦ ἁγίου Ὑακίνθου μόνος, διότι τα πρόσωπα τῆς συνοδείας τους εἶχαν ἀπελευθερωθεῖ. Ὁ Ἅγιος, μία μέρα ἐνῶ περιπατοῦσε ἔξω ἀπό τήν πόλη, εἶδε ἀπό μακρυά μία Ἰσλαμική κηδεία ἑνός Μουσουλμάνου.
Μετά τό πέρας οἱ Μουσουλμᾶνοι μέ κάποιον δικό τους κληρικό (τασιμάνη) πλησίασαν τον ἅγιο Γρηγόριο καί κάθησαν κοντά του καί μέ ἀφορμή τήν κηδεία ἄρχισαν νά συζητοῦν τά περί τῆς σχετικῆς τελετουργίας καί περί τήν μέλλουσα κρίση. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος τούς εἶπε ὅτι θα ἔπρεπε οἱ ἐξόδιες εὐχές τους νά ἀπευθύνονται πρός τόν Χριστό, ἀφοῦ λένε ὅτι τόν πιστεύουν, διότι αὐτός θά εἶναι ὁ Κριτής τῆς Οἰκουμένης. Ὁ τασιμάνης δυσανασχέτισε. Ἐντωμεταξύ ἡ συγκεκριμένη συζἠτηση ἔτυχε νά ἔχει πολλούς θεατές, καθότι ἀρκετοί Τούρκοι καί Χριστινοί συγκεντρώθηκαν γύρω ἀπό τούς διαλεγομένους καί παρακολουθοῦσαν τόν διάλογο. Ὁ τασιμάνης, ἀφοῦ διαβεβαίωσε ὅτι οἱ Μουσουλμᾶνοι πιστεύον στόν Χριστό καί ἀκόμη πιστεύουν καί στό Εὐαγγέλιο ὡς θεϊκή ἀποκάλυψη, ρώτησε τόν ἅγιο Γρηγόριο: «Ὑμεῖς δέ πῶς οὐ δέχεσθε τόν ἡμέτερον προφήτην, οὐδέ πιστεύετε τῷ τούτου βιβλίῳ, ἐξ οὐρανοῦ καί αὐτό καταβάντι»15 ;
Ὁ αἰχμάλωτος σωματικῶς, ἀλλά ἀδούλωτος ψυχικῶς Ἱεράρχης καί Διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας καί πάλι μέ τόλμη ἀποκρίνεται, λέγοντας ὅτι εἶναι συνήθεια παλαιοτάτη νά μήν δεχόμαστε τίποτα ὡς ἀληθές, χωρίς τήν ὕπαρξη σχετικῶν μαρτυριῶν. Καί μάλιστα οἱ μαρτυρίες εἶναι δύο εἰδῶν. Τό πρῶτο εἶδος εἶναι τά ἴδια τά ἔργα καί τά πράγματα καί τό δεύτερο οἱ μαρτυρίες ἀπό ἀξιόπιστα πρόσωπα. Στή συνέχεια ὁ ἱερός Γρηγόριος θά ἀναφερθεῖ στόν προφήτη Μωϋσή καί στίς μαρτυρίες πού ὑπάρχουν γι᾿ αὐτόν στή Βίβλο. Ἐπίσης περί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὑπάρχουν οἱ μαρτυρίες τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Στήν περίπτωση ὅμως τοῦ Μωάμεθ δέν ἰσχύει κάτι τέτοιο, διότι αὐτός οὔτε μαρτυρεῖται ἀπό τούς προφήτες, ἀλλά καί οὔτε πραγματοποίησε κάποιο θαῦμα, κάποιο ἔκτακτο σημεῖο. Ἀξίζει νά δοῦμε τήν κατατρόπωση τοῦ Μωάμεθ ἐκ μέρους τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, μέσα ἀπό τήν ἐπιστολή του πρός τό ποίμνιό του: «Τόν δέ Μεχούμετ, οὔτε παρά τῶν προφητῶν εὑρίσκομεν μαρτυρούμενον, οὔτε τι ξένον εἰργασμένον καί ἀξιόλογον πρός πίστιν ἐνάγον. Διά τοῦτο οὐ πιστεύομεν αὐτῷ οὐδέ τῷ παρ᾿ αὐτοῦ βιβλίῳ»16 .
Μετά ἀπό ἕνα φαιδρό ἐπιχείρημα τῶν Μουσουλμάνων, ὅτι δῆθεν οἱ Χριστιανοί έξαφάνισαν ἀπό τό Εὐαγγέλιο τίς μαρτυρίες περί τοῦ Μωάμεθ, στό ὁποῖο ἀπάντησε ὁ Ἅγιος λίαν πειστικά, ἔγινε λόγος περί θεϊκῆς δῆθεν εὐνοίας πρός τούς ἀθέους Ἀγαρηνούς, ἡ ὁποία μαρτυρεῖται ἀπό τό γεγονός ὅτι ἐξαπλώθηκαν παντοῦ καί ὅτι ὁ Θεός δῆθεν χαρίζει στόν Μωάμεθ νίκες ἐναντίον τῶν ἄλλων ἐθνῶν. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀμέσως ἀπαντᾶ γιά τό πῶς κατόρθωσε νά ἐξαπλωθεῖ ὁ Ἰσλαμισμός σέ Ἀνατολή καί Δύση, νικῶντας ἄλλους λαούς. Αὐτό, λέγει, ἔγινε κατορθωτό, «πολέμῳ καί μαχαίρᾳ καί λεηλασίαις καί ἀνδραποδισμοῖς καί ἀνδροκταίαις, ὧν οὐδέν ἐκ Θεοῦ τοῦ ἀγαθοῦ προηγουμένως ἐστί, τοῦ ἐξ ἀρχῆς ἀνθρωποκτόνου δέ μᾶλλον προηγούμενον θέλημα».
Κατόπιν λέγει ὅτι καί ὁ Μ. Ἀλέξανδρος ξεκίνησε ἀπό τή Δύση καί κατέκτησε τήν Ἀνατολή καί ἄλλοι κατόρθωσαν νίκες καί ἐπεκτάσεις σέ ὅλο τόν κόσμο. Σέ κανέναν ὅμως δέν ἐμπιστεύθηκαν οἱ ἄνθρωποι τίς ψυχές του, ὅπως οἱ Μουσουλμᾶνοι στόν Μωάμεθ. Περαιτέρω ὁ ἱερός Πατήρ διατυπώνει μία σπουδαῖα θέση, πού εἶναι βεβαίως διαπίστωση ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος. Ὁ Μωάμεθ, παρόλο πού χρησιμοποίησε τή βία, ἀλλά καί κολάκευε τίς ἡδονές, δέν κατόρθωσε νά ἐπικρατήσει στήν οἰκουμένη. Ἀντίθετα, ἡ διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, παρόλο πού συνιστᾶ ἀπομάκρυνση ἀπό τίς ἡδονές καί τά πάθη τοῦ κόσμου τῆς ἁμαρτίας ἐξαπλώθηκε σέ ὅλη τήν οἰκουμένη καί χωρίς καθόλου βία. Οἱ βάρβαροι ἐθυμώθησαν ἀπό τούς λόγους αὐτούς, γεγονός πού ἀντιλήφθηκαν οἱ ἐκ τῶν ἀκροατῶν Χριστιανοί, οἱ ὁποίοι προέτρεψαν τόν ἅγιο Ἀρχιερέα τοῦ Ὑψίστου νά μετριάσει λίγο τόν λόγο. Ἐκεῖνος χαμογελῶντας εἶπε πώς εἶναι φυσικό νά διαφωνοῦμε, διότι διαφορετικά θά εἴχαμε τήν ἴδια πίστη17 .
Τέλος, κάποιος ἐκ τῶν διαλλακτικῶν Τούρκων, θέλησε κάπως νά ἀποφορτίσει τήν ἀτμόσφαιρα καί γι᾿ αὐτό εἶπε ὅτι θά ἔλθει κάποτε καιρός πού θά συμφωνήσουμε τελικά μεταξύ μας, Μουσουλμᾶνοι καί Χριστιανοί. «Ἔσται ποτέ ὅτε συμφωνήσομεν ἀλλήλοις». Ὁ Ἅγιος ἐξέφρασε τή συμφωνία του, παρέχοντας κάποια ἐκτόνωση, θά λέγαμε, στήν μανία καί ὀργή τῶν Τούρκων, χωρίς φυσικά νά συμφωνεῖ μέ αὐτή τή διαπίστωση. Στό σημεῖο αὐτό θά ὑπογραμμίσουμε τήν παρανόηση τοῦ προειρημένου λόγου καί σκεπτικοῦ τοῦ Ἁγίου ἀπό τούς μετέχοντες στούς σύγχρονους ἀχρωμάτιστους καί θά ἔλεγα «γλυκανάλατους» διαθρησκειακούς διαλόγους. Ἐγράφη λοιπόν στό οἰκουμενιστικό περιοδικό «Ἐπίσκεψις», ὅτι τάχα συμφώνησε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὅτι «θά ἔλθῃ ποτέ ὁ χρόνος καθ᾿ ὅν θά ἐπέλθῃ ἡ μεταξύ αὐτῶν (Ὀρθοδόξων καί Ἰσλάμ) ἀλληλοκατανόησις», πρᾶγμα πού εὐχήθηκε νά γίνει σύντομα18 .
Ἡ ἀπόδειξη τῆς πλάνης αὐτῆς ἔρχεται ἀπό τά ἴδια τά λόγια τοῦ Ἁγίου. Ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ναί μέν εἶπε ὅτι κάποτε θά συμφωνήσουμε Χριστιανοί καί Μουσουλμᾶνοι, ἀλλά ὄχι στή ζωή αὐτή. Ἡ συμφωνία θά λάβει χώρα ὄχι στό ἱστορικό, ἀλλά τό ὑπεριστορικό ἐπίπεδο19 , δηλαδή στή Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ! Καί εὐχήθηκε νά ἔλθει ὁ καιρός αὐτῆς:
«Συνεθέμην γάρ μνησθείς τῆς τοῦ ἀποστόλου φωνῆς, ὅτι ἐπί <τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ πᾶν γόνυ κάμψει και πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός>, τοῦτο δ᾿ ἔσται πάντως ἐν τῇ δευτέρᾳ προυσίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ»20 .
Τότε ὅλοι ἀναγκαστικῶς θά δοῦν καί θά ὁμολογήσουν τόν Σωτῆρα Χριστό. Μέ τήν εὐκαρία θά τονίσουμε ὅτι ὅλοι στόν μέλλοντα αἰῶνα θά δοῦμε τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Καί ἡ θέα αὐτή, μᾶλλον ἡ μετοχή τοῦ ἀνθρώπου στή θέα, σύμφωνα μέ τήν Πατερική Θεολογία θά εἶναι διττή. Σέ ἄλλους θά προξενεῖ φῶς, εὐφροσύνη καί χαρά, διότι αὐτοί ἀπό ἐδῶ ἀγάπησαν τόν Θεό, καί αὐτό θά εἶναι ὁ Παράδεισος, ἀφοῦ δέν θά ὑπάρχει χῶρος αἰσθητός ἐκεῖ, ὅπως ἐδῶ. Καί γιά ἄλλους, αὐτή ἡ ἴδια θέα τοῦ Προσώπου τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος, σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή θα εἶναι στόν μέλλοντα αἰῶνα «ὁ πάντως πᾶσιν ἐνωθησόμενος», θά εἶναι καύση καί καταδίκη, καί αὐτό εἶναι ἡ Κόλαση. Αὐτό με ἄλλα λόγια διατυπώνει καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, αἰῶνες πρόν τόν ἅγιο Παλαμᾶ, ἀπευθυνόμενος πρός τήν Ἁγία Τριάδα καί λέγοντας: «Ὦ Τριάς, ἡ πᾶσι μέν πάντως γνωσθησομένη, τοῖς μέν τῇ ἐλλάμψει, τοῖς δέ τῇ κολάσει». Στούς μέν θά εἶναι ἔλλαμψη, στούς δέ κόλαση. Συνεπῶς, ὅλοι τότε στόν μέλλοντα αἰῶνα θά συναντηθοῦμε, ὅπως εἶπε στούς Μουσουλμάνους ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς.
Αὐτοί ἦσαν οἱ πραγματικοί διαθρησκειακοί διάλογοι!
Θεοφιλέστατε, σεβαστοί πατέρες καί ἀδελφοί, αἰτοῦμαι τή συγνώμη σας ἄν καταπόνησα τήν ἀγάπη σας. Ὁδεύουμε ἤδη πρός τόν Ἐπίλογο τῆς παρούσης ὁμιλίας. Ὁ βίος καί ἡ διδασκαλία τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ εἶναι ἕνας κῆπος πανευωδέστατος, ἐνώπιον τῆς θέας τοῦ ὁποίου καθίσταται δύσκολη ἡ ἐπιλογή τῶν τόσων καί ποικίλων πολυχρώμων ἀνθέων. Ἐντούτοις, ἀπόψε, μέ τή δική του δυνατή πρός τόν Θεό πρεσβεία ἐπιλέξαμε τρία εὐωδιαστά ἄνθη, ὥστε νά αἰσθανθοῦμε τήν ἐκ τούτων ἀναδυομένη ἄρρητο εὐωδία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού τόσο δαψιλῶς καί ἀφθονοπαρόχως ἐδόξασε τόν μέγα Ἅγιο, πού σήμερα ἑορτάζουμε. Αὐτός ὑπῆρξε ἕνας θεόπτης καί θεοφόρος Πατήρ. Δέν ὁμιλοῦσε θεωρητικά, ἀλλά τοῦ ὑπαγόρευε τά λεγόμενα τό Ἅγιο Πναῦμα μυστικά. Ὁμιλοῦσε γιά τόν Θεό, ἔχοντας ἐντός του ἔνοικο τόν Θεό. Σ᾿ αὐτόν πραγματοποιήθηκε ἐκεῖνο τό ὁποῖο ὁ ἴδιος ἔλεγε: «ἄλλο νά ὁμιλεῖς γιά τόν Θεό καί ἄλλο νά ὁμιλεῖς μέ τόν Θεό»21 .
Μετά τήν σύντομη ὅσο ἦταν ἐφικτό ἀνάλυση τῶν τριῶν ζητημάτων πού παρετέθησαν μέσα ἀπό τήν ἁγιασμένη βιοτή, τούς δογματικούς ἀγῶνες καί τήν πεφωτισμένη διδασκαλία τοῦ φωτομόρφου Πατρός, ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἡ ὁποία διδασκαλία, σημειωτέον, ἀποτελεῖ συμπίλημα, συμπερίληψη καί ἀνάπτυξη τῆς προγενέστερης αὐτοῦ Παραδόσεως, θά καταθέσουμε ἐν κατακλεῖδι τήν ἑξῆς διαπίστωση.
Μπορεῖ τά πρό ὁλίγου ἀναπτυσσόμενα τρία ζητήματα νά φαίνονται διαφορετικά μεταξύ τους, ἀλλά ὅμως ὑπάρχει ἕνας συνεκτικός ἄξονας, ὁ ὁποῖος τά διαπερνᾶ ὅλα καί τά συνδέει μεταξύ τους. Μέ ἄλλα λόγια ὑπάρχει κοινό δογματικό ὑπόβαθρο στά προηγουμένως ἀναφερόμενα ζητήματα περί τόν ἅγιο Γρηγόριο, τό ὁποῖο τά ἑνοποιεῖ. Εἶναι ἡ ὅλη προσπάθεια τοῦ Ἁγίου «ἐν ἔργοις καί λόγοις καί συγγραφαῖς» νά διατηρηθεῖ ἀνόθευτη ἡ πίστη καί ἡ ἀκρίβεια τῶν ὀρθῶν δογμάτων, ὅπως καί ἡ δυνατότητα τῆς σωτηρίας. Ἐκεῖ ἀπέβλεπε ὅλος ὁ ἀγῶνας του, ὅπως καί τῶν ἄλλων Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ αἵρεση ὡς λήψη τοῦ μέρους ἀντί τοῦ ὅλου, καταστρέφει τό ὅλον. Αὐτό ἀποτελεῖ κοινό τόπο σέ ὅλους τούς Ἁγίους Πατέρες. Ἡ ἑτεροδοξία καί ἑτεροθρησκεία, ὡς ψευδής πίστη, χωρίζει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό καί τόν συντάσσει μέ τόν πατέρα τοῦ ψεύδους, τόν Σατανᾶ.
Κατά τοῦτο, οἱ Πατέρες δέν ἠγωνίζοντο μέ ἔργα καί λόγια καί κείμενα σέ κάποιο θεωρητικό ἐπίπεδο, ἀλλά ἔδινα τίς μάχες γιά τήν ἐξασφάλιση τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας τοῦ ὀρθοδόξου πληρώματος, τό ὁποῖο κινδύνευε ἕνεκα τῶν αἱρέσεων. Μποροῦμε ἐνδεικτικά νά ἀναφέρουμε τήν περίπτωση τῶν Μονοφυσιτῶν, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν πώς ἡ θεία φύση τοῦ Κυρίου ἀπορρόφησε τήν ἀνθρώπινη φύση Του. Ὡσάν δηλαδή νά ρίξουμε ἕνα μικρό μπουκάλι μέ ἄρωμα στόν ὠκεανό. Δέν θά μείνει τίποτα, φυσικά, ἀλλά ἡ θάλασσα ἀμέσως θά τό ἀπορροφήσει. Ποιά σωτηρία, λοιπόν, θά μποροῦσε νά προσφέρει ὁ Χριστός, ἄν δέν εἶχε ἀναλάβει την ἀνθρώπινη φύση καί δέν γινόταν ὅμοιος μέ ἐμᾶς, παρεκτός τῆς ἁμαρτίας; Ἀπό τήν ἄλλη, ἕτεροι τῶν αἱρετικῶν κατέλυαν τή θεία φύση τοῦ Χριστοῦ (Ἄρειος καί Νεστόριος) καί τόν πρέσβευαν ὡς ἁπλό ἄνθρωπο. Καί πάλι ἀποκλείεται ἡ σωτηρία.
Ἔτσι, στήν προκειμένη περίπτωση τῆς ἀναφορᾶς μας στά τρία ζητήματα περί τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, παρατηροῦμε καί διαπιστώνουμε τά ἑξῆς:
ΠΡΩΤΟΝ, στό περί μετοχῆς τῆς ἀκτίστου χάριτος καί τοῦ ἀκτίστου φωτός ζήτημα διακρίνουμε τήν προσπάθεια καί τούς ἀγῶνες τοῦ Ἁγίου νά στέφονται στή διασφάλιση τῆς δυνατότητα νά μετέχει ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, «νά δείξουν ὅτι ὁ Θεός δέν εἶναι μόνον ἀμέθεκτος καί ὑπερβατικός, μία ἀπρόσιτη καί ἀνανέργητη οὐσία, ἀλλά εἶναι συγχρόνως ἐνδοκοσμικός και μεθεκτός, γιατί εἶναι ἀδύνατον νά ὑπάρχει φύση καί οὐσία χωρίς ἐνέργειες, γιατί ὁ Θεός εἶναι οὐσία ἐνεργητική, ἔχει ἐνέργειες, πού εἶναι καί αὐτές θεῖες καί ἄκτιστες»22 .
ΔΕΥΤΕΡΟΝ, στήν περί τῆς νοερᾶς προσευχῆς διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου ἡ ὅλη προσπάθεια καί οἱ ἀγῶνες ἐπικεντρώνονται πάλι στή δυνατότητα σωτηρίας, ἀφοῦ χωρίς τήν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ δέν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά μετέχει τῆς Χάριτος. Ὁ ἄνθρωπος, ὡς κτιστό ὄν, καλεῖ τόν ἄκτιστο Θεό, ἀφοῦ ἀμβλύνει τόν ὑπαρξιακό του χῶρο, νά ἔλθει νά κατοικήσει ἐντός του. Τό ἄκτιστο ἀνταποκρίνεται καί ὁδηγεῖ «ἐν Πνεύματι» τό κτιστό στήν ἕνωση μαζί του. Ἡ προσευχή ἀπεργάζεται μυστικῶς αὐτή τήν «ὑπέρ νοῦν καί αἴσθησιν» ἕνωση μέ τόν Θεό.
ΤΡΙΤΟΝ, στούς ἀναφερομένους διαλόγους τοῦ ἁγίου Γρηγορίου μέ τό Ἰσλάμ παρουσιάζεται ἐμφατικά ἡ ἀλήθεια τῆς Μίας πίστεως ὡς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο μέσῳ τοῦ ἐνανθρωπήσεως Υἱοῦ καί Λόγου αὐτοῦ. Αὐτή τήν πίστη ὡς τήν μοναδική ὁδό πρός τήν ἐν Χριστῷ σωτηρία ὑπερασπίσθηκε ὁ Ἅγιος, καίτοι αἰχμάλωτος, μέ γενναῖο φρόνημα. Αὐτή ἡ πίστη ὁδηγεῖ στήν στήν κατά Χάριν ἕνωση κτιστοῦ καί ἀκτίστου στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας, σέ ἀντίθεση μέ τό Ἰσλάμ, πού ὁδηγεῖ στήν πλάνη καί τήν ἀπώλεια.
Ἄς εἶναι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, αὐτός ὁ γίγας τοῦ πνεύματος καί τῆς ἀρετῆς, ὁδηγός μας πρός τό φῶς, πρός τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, πρός τήν ἐν Χριστῷ ζωή. Ὁ ἴδιος, κηρύττοντας στό ποίμνιό του στή Θεσσαλονίκη περί τοῦ θείου φωτός, παρεκίνησε στό τέλος τούς ἀκροατές λέγοντας: «ὁδεύσωμεν τοίνυν πρός τήν λάμψιν τοῦ φωτός ἐκείνου». Ἄς προχωρήσουμε πρός τήν ἔλλαμψη τοῦ θείου φωτός. Ἄς ἀναζητήσουμε τό φῶς, προκειμένου νά καταυγάσει τήν ὕπαρξή μας, Ἀμήν.
Σᾶς εὐχαριστῶ.
1. Τροπάριον Κανόνος Κυριακή Β΄ Νηστειῶν, Ὠδή Ζ΄.
2. Βλ. Μ. Βασιλείου Ἐπιστολή 234, 1, PG 32, 869 ΑΒ. Ὁ δέ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ ὀνομάζει «δυνάμεις». Ἄλλοι Ἅγιοι τίς ὀνομάζουν «προόδους» κλπ., στοιχούμενοι βεβαίως στήν ἴδια ὀρθόδοξο Διδασκαλία. Αὐτήν τήν Πατερική Παράδοση περί τοῦ θέματος αὐτοῦ, τήν ὁποία ἐξέφρασαν «κεφαλαιωδῶς» οἱ παλαί Πατέρες, αὐτήν ἀνέπτυξε διεξοδικῶς τόν 14ο αἰῶνα ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἔχοντας ἐνώπιόν του τίς προκλήσεις τῆς δυτικῆς θεολογίας στό πρόσωπο τοῦ Βαρλαάμ Καλαβροῦ.
3. Περί ἑνώσεως καί διακρίσεως 13, Γρηγορίου Παλαμᾶ Συγγράμματα, Π. Χρήστου,τόμ. Β΄, σελ. 78
4. Γρηγορίου Παλαμᾶ, Λόγος ἀποδεικτικός περί ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, 2, 78, Π. Χρήστου, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Συγγράμματα, τόμ. 1, Θεσσαλονίκη 1962, σελ. 149.
5. Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 3, 2, 24.
6. Ἡ ἐν λόγῳ διατύπωση ἀνήκει στόν ὁμότιμο καθηγητή τῆς Δογματικῆς Θεολογίας τοῦ ΑΠΘ Δ. Τσελεγγίδη.
7. Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλία ΛΔ΄, Εἰς τήν σεπτήν Μεταμόρφωσιν τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ΕΠΕ 10, 374.
8. Πρωτοπρ. Θ. Ζήση, Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, Πτυχές τοῦ ἔργου καί τῆς διδασκαλίας του, ἐκδ. «Τό Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2019, σελ. 114.
9. Φιλοθέου Κοκκίνου, Λόγος εἰς τόν ἐν ἁγίοις πατέρα ἡμῶν Γρηγόριον, ἀρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης, 29., βλ. Δ. Τσάμη, Φιλοθέου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Κοκκίνου, ἁγιολογικά ἔργα α΄, Θεσσαλονικεῖς ἅγιοι, ἔκδ. Κέντρου Βυζαντινῶν Ἐρευνῶν, Θεσσαλονίκη 1985, σελ. 457 ἑ.
10. Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ἐπιστολή πρός τήν ἑαυτοῦ ἐκκλησίαν, ΕΠΕ 7, 160 καί ἑξ.
11. Πρός τήν ἑαυτοῦ ἐκκλησίαν 3, ΕΠΕ 7, 160-162.
12. Πρωτοπρ. Θ. Ζήση, Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, Πτυχές τοῦ ἔργου καί τῆς διδασκαλίας του, ἐκδ. «Τό Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2019, σσ. 194-195.
13. Ὁ Ἅγιος, ὅπως καταθέτει στήν προειρημένη ἐπιστολή πρός τό ποίμνιό του, θεωροῦσε τούς Χιόνες ὡς «ἀνθρώπους μηδέν ἄλλο μελετήσαντας καί παρά τοῦ Σατανᾶ διδαχθέντας ἤ βλασφημίαν καί ἀναισχυντίαν εἰς τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν τόν τοῦ Θεοῦ Υἱόν». Βλ. Ἐπιστολή πρός τήν ἑαυτοῦ ἐκκλησίαν, ΕΠΕ 7, 176.
14. Διάλεξις πρός τούς ἀθέους Χιόνας 13, ΕΠΕ 7, 220-222.
15. Γρηγορίου Παλαμᾶ, Πρός τήν ἑαυτοῦ ἐκκλησίαν 23, ΕΠΕ 7, 182-184.
16. Ὅ.π. 23-24, ΕΠΕ 7, 184.
17. Ὅ.π. 28, σσ. 188-190.
18. Βλ. «Ἐπίσκεψις» 510 (31.10.1994), σελ. 7. Ὀρθοδοξία καί Ἰσλάμ, Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος, 2000, σσ. 20-21.
19. Πρωτοπρ. Θ. Ζήση, Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, σελ. 206.
20. Πρός τήν ἑαυτοῦ ἐκκλησίαν 29, ΕΠΕ 7, 190.
21. «Ἕτερον γάρ ἐστι τό θεολογεῖν καί ἕτερον τό συντυχάνειν Θεῷ». Βλ. Ὑπέρ τῶ ἱερῶς Ἡσυχαζόντων, Τριάς Α΄, Λόγος 3ος
22. Πρωτοπρ. Θ. Ζήση, Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, σσ. 14-115.
