Του Καθηγητου κ. Πέτρου Κουτσούκου
Η μνήμη, είναι υποχρέωσή μας για την εξασφάλιση της συνέχειάς μας ως Χριστιανών και ως Ελλήνων. Είναι προϋπόθεση για την σώζουσα α-λήθεια. «Όσα ενετείλατο τοις πατράσιν ημών του γνωρίσαι αυτά τοις υιοίς αυτών…ινα μη γένωνται ως οι πατέρες αυτών, γενεά σκολιά και παραπικραίνουσα» (Ψαλμός 77). Και ημείς χρέος έχοντες, μνείαν ποιούμεθα επι τη ευκαιρία των 200 ετών από της κοιμήσεως του Αοιδίμου Μητροπολίτου Παλαιών Πατρών Γερμανού, προσωπικότητος Εκκλησιαστικής άμα και Εθνικής.

Στις αρχές του 19ου αιώνα ο ελληνικός λαός ζούσε κάτω από την οθωμανική κυριαρχία. Η Εκκλησία ήταν ο μόνος θεσμός που διατηρούσε: την πίστη, τη γλώσσα, την ταυτότητα, και την ενότητα του λαού.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αναδεικνύεται ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ένας επίσκοπος με βαθιά εκκλησιαστική συνείδηση και αίσθηση ευθύνης. Γεννημένος στη Δημητσάνα της Αρκαδίας, από πατέρα χρυσοχόο και αγρότη στις 25 Μαρτίου 1771, Μεγάλη Παρασκευή. Σπούδασε στις Σχολές της Δημητσάνας, στο Άργος και στη Σχολή της Σμύρνης. Από μικρός είχε κλίση στη μελέτη, στη νηστεία και στην εσωτερική ζωή. Η μοναχική του κλήση γεννήθηκε στη Δημητσάνα, όπου η παράδοση της παιδείας και της ευσέβειας ήταν ισχυρή. Η μόρφωσή του και η ευφυΐα του τον ανέδειξαν γρήγορα σε ανώτερες εκκλησιαστικές θέσεις. Χειροτονήθηκε διάκονος από τον Μητροπολίτη Άργους και Ναυπλίου Ιάκωβο, λαμβάνοντας το όνομα Γερμανός. Υπηρέτησε στη Σμύρνη κοντά στον Μητροπολίτη Γρηγόριο (μετέπειτα Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄). Η Σμύρνη ήταν κέντρο παιδείας, εμπορίου και πολιτισμού. Ο Γερμανός: έμαθε να συνδυάζει προσευχή και δράση, να διακονεί ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης, να ασκείται στην ταπείνωση μέσα σε απαιτητικό περιβάλλον, να διατηρεί την εσωτερική του ησυχία μέσα σε θόρυβο και ευθύνες. Αυτό είναι μοναχική ωριμότητα, όχι απλώς εμπειρία. Ο Γερμανός δεν έζησε σε έρημο ή σε σπήλαιο. Έζησε μέσα σε πόλεις, μέσα σε δυσκολίες, μέσα σε ευθύνες. Και όμως, παρέμεινε μοναχός στην καρδιά. Αυτό ήταν το μεγάλο του χάρισμα: να ζει μέσα στον κόσμο χωρίς να γίνεται κόσμος. Να κρατά την καρδιά του στραμμένη στον Θεό, ενώ τα χέρια του υπηρετούν τον λαό.
Ακολούθησε τον Γρηγόριο στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε αρχιδιάκονος και πρωτοσύγκελλος του Μητροπολίτη Κυζίκου Ιωακείμ. Το 1806 εκλέχθηκε Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών, διαδεχόμενος τον Μακάριο Β΄. Ενθρονίστηκε τον Μάιο του ίδιου έτους και έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από το ποίμνιο. Κοιμήθηκε στο Ναύπλιο στις 30 Μαΐου 1826, σε ηλικία 55 ετών, χωρίς να προλάβει να δει την τελική νίκη της Επανάστασης.
Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός δεν μπορεί να κατανοηθεί μόνο μέσα από την Επανάσταση. Η αληθινή του ταυτότητα είναι εκκλησιολογική: είναι επίσκοπος, δηλαδή εικόνα Χριστού μέσα στον λαό. Εις τύπον και τόπον Χριστού! Δι αυτόν τον λόγον, για να το ενθυμούμεθα, ο διάκονος θυμιά τρις την Εικόνα του Δεσπότου Χριστού και εννεάκις τον Επίσκοπον, την ζώσαν Αυτού εικόνα!
Στην Ορθόδοξη θεολογία ο επίσκοπος: δεν είναι διοικητής, δεν είναι πολιτικός παράγοντας, Είναι λειτουργός της ενότητας και φορέας της χάριτος.
Ο Γερμανός έζησε αυτή την ταυτότητα με συνέπεια: η ιστορική του δράση είναι καρπός της εκκλησιαστικής του αυτοσυνειδησίας.
Για την Εκκλησία, η ελευθερία δεν είναι πρωτίστως πολιτικό αίτημα. Είναι σωτηριολογική πραγματικότητα: η απελευθέρωση του ανθρώπου από την αμαρτία, τον φόβο και τον θάνατο.
Ο Γερμανός αγωνίστηκε για την ελευθερία του λαού του επειδή: χωρίς ελευθερία δεν υπάρχει λατρεία, χωρίς λατρεία δεν υπάρχει Εκκλησία, χωρίς Εκκλησία δεν υπάρχει σωτηρία.
Η συμμετοχή του στην Επανάσταση δεν ήταν ιδεολογική, όπως οι πολιτικές επαναστάσεις όλων των εποχών (ισότης, ελευθερία, αδελφοσύνη…) αλλά ποιμαντική. Ήταν υπεράσπιση της δυνατότητας του λαού να ζει εν Χριστώ.
Ο Χριστός λέει: «Ὁ ποιμὴν ὁ καλός τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων».
Ο Γερμανός: έμεινε κοντά στον λαό του όταν άλλοι έφευγαν, ανέλαβε κινδύνους που δεν ήταν υποχρεωμένος να αναλάβει, στάθηκε μπροστά σε εξουσίες, και πρόσφερε τον εαυτό του ως ασπίδα για τους αδύναμους. Αυτό δεν είναι ηρωισμός. Είναι σταυρική ποιμαντορία — η ουσία της επισκοπικής διακονίας.
Η Εκκλησία δεν βλέπει την ιστορία ως τυχαία αλληλουχία γεγονότων. Τη βλέπει ως χώρο όπου ενεργεί ο Θεός. Ο Γερμανός διέκρινε τα «σημεία των καιρών». Δεν παρασύρθηκε από ενθουσιασμούς ούτε από φόβους. Εντάχθηκε στην ιστορία ως λειτουργός της θείας οικονομίας, όχι ως πολιτικός παράγοντας. Η δράση του δείχνει ότι ο Θεός καλεί ανθρώπους σε συγκεκριμένες στιγμές να γίνουν όργανα της πρόνοιάς Του.
Σε εποχές διχασμού, φόβου και ανασφάλειας, ο επίσκοπος καλείται να είναι:
•κέντρο ενότητας,
•φωνή αλήθειας,
•παρουσία ελπίδας.
Ο Γερμανός λειτούργησε ως τέτοιο σημείο ενότητας: ανάμεσα σε προκρίτους και λαό, ανάμεσα σε αγωνιστές και ειρηνιστές, ανάμεσα σε τοπικές αντιπαλότητες, ανάμεσα σε Εκκλησία και κοινωνία. Η ενότητα δεν ήταν για εκείνον πολιτική ανάγκη, αλλά θεολογική εντολή. Συμμετείχε στη μυστική συνέλευση της Βοστίτσας (26-30/1/1821) για την έναρξη της επανάστασης και συγκρούστηκε με τον Παπαφλέσσα που ήθελε άμεση έναρξη. Στα μέσα Μαρτίου, στα Νεζερά όπου ήταν, από επιστολή Λόντου και Παπαδιαμαντόπουλου κληθηκε να σπεύσει στην Πάτρα όπου ο λαός κινδύνευε και στις 22 Μαρτίου 1821 στην πλατεία Αγίου Γεωργίου ευλόγησε τα όπλα των αγωνιστών, ενώ συνεχιζόταν η πολιορκία του φρουρίου, όπου είχαν κλειστεί οι Τούρκοι. Ο Γερμανός, τότε, απηύθυνε επιστολή στους προξένους των μεγάλων δυνάμεων στην οποία δήλωνε ότι « απεφασίσαμεν σταθερώς ή να αποθάνωμεν όλοι ή να ελευθερωθώμεν» και ζητούσε την εύνοια των κρατών τους (των προξένων). Λίγους μήνες αργότερα, το καλοκαίρι, βρέθηκε στη Ζαράκοβα (Μαίναλο) όπου προσπάθησε να συμφιλιώση τους προκρίτους με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Ταξίδεψε και στο εξωτερικό ζητώντας βοήθεια για τον αγώνα . Επιστρέφοντας, το 1824, οπότε είχαν ξεσπάσει εμφύλιες συρράξεις προσπάθησε να συμφιλιώσει τις αντίπαλες παρατάξεις. Πριν γίνει επίσκοπος, ο Γερμανός υπήρξε μοναχός. Η ασκητική του εμπειρία: διαμόρφωσε την ταπείνωσή του, ενίσχυσε τη διάκρισή του, τον προετοίμασε για θυσία, τον έκανε άνθρωπο προσευχής. Η δράση του δεν ήταν προϊόν στρατηγικής, αλλά καρπός προσευχής. Η ασκητική θεολογία είναι το θεμέλιο της ιστορικής του παρουσίας.
Ο Γερμανός ενσάρκωσε την ευθύνη ως θεολογική αρετή. Για την Ορθόδοξη παράδοση, ευθύνη σημαίνει: να βλέπεις τον άλλον ως εικόνα Θεού, να αναλαμβάνεις το βάρος του αδελφού, να μην αποσύρεσαι από τον πόνο του κόσμου, να γίνεσαι «ὁ ἕτερος Χριστός» για τον λαό.
Η ευθύνη του Γερμανού δεν ήταν πολιτική υποχρέωση, αλλά εκκλησιαστική κλήση. Η μορφή του Παλαιών Πατρών Γερμανού μας διδάσκει ότι: η πίστη δεν είναι ιδιωτική υπόθεση, η Εκκλησία δεν είναι θεσμός, αλλά σώμα Χριστού, η ελευθερία είναι πρώτα πνευματική, η ενότητα είναι καρπός θυσίας, ο επίσκοπος είναι πατέρας, όχι διοικητής, και ότι η ιστορία είναι χώρος όπου ο Θεός καλεί ανθρώπους να γίνουν μάρτυρες της αλήθειας.
«Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός δεν είναι απλώς μια μορφή της Επανάστασης. Είναι επίσκοπος που έζησε την πίστη ως ευθύνη, την ελευθερία ως χάρη, την ιστορία ως κλήση και την ποιμαντορία ως σταυρό. Η ζωή του είναι υπόμνηση ότι η Εκκλησία δεν σώζει με όπλα, αλλά με θυσία, αλήθεια και αγάπη.»
Του Αοιδίμου Μητροπολίτου Παλαιών Πατρών Γερμανού, ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ
